Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ


ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

(497, παρ.8, ΚΠΔ)

(Εσφαλμένη απόφαση – υπέρμετρη βλάβη)

Καταδικαστική απόφαση : αριθμός 4628Α – 4808/2010

                   Δικαστήριο : Τριμελές Εφετείο Κακ/των Αθηνών

Δικαστές : Ανθή ΓΚΑΜΑΡΗ, Προεδρεύουσα Εφέτης

                                     Ελένη ΛΥΚΟΓΙΑΝΝΗ

Ελένη ΚΟΥΤΣΟΜΥΤΗ, Εφέτες

Εισαγγελέας : Ευδοκία ΠΟΥΛΟΥ, Αντιεισαγγελέας Εφετών

ΑΝΤΙ ΣΧΟΛΙΟΥ

Ακολουθεί το κείμενο ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ του καταδικασθέντος στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που εκδικάζεται στις 5 Σεπτεμβρίου 2011



            Με την άνω υπ’ αριθμόν 4808/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκα σε ποινή 7ετούς κάθειρξης ως ένοχος διάπραξης του αδικήματος της υπεξαίρεσης (375 παρ. 2 ΠΚ), πλην, όμως, η απόφαση αυτή είναι απολύτως άκυρη για τους εξής νομίμους και βασίμους λόγους:


1)        Επειδή το υπ’ αριθμόν 2407/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεσή μου κατά του υπ’ αριθμόν 3503/2002 Βουλεύματος (παραπεμπτικού) του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών επικυρώνοντάς το, με μοναδική «αιτιολογία», ότι οι προβληθέντες με την έφεσή μου ισχυρισμοί ήταν οψιγενείς και προβλήθηκαν για πρώτη φορά με την έφεσή μου, γεγονός που είναι ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΨΕΥΔΕΣ και ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟ, υπέβαλα στο δικαστήριο ένσταση κατ’ άρθρο 338 ΚΠΔ – αφού πρόκειται για κλασσική περίπτωση διανοητικής πλαστογραφίας, δηλαδή, ψευδούς βεβαίωσης (242 ΠΚ).

Η κατά τα άνω ένστασή μου απορρίφθηκε με το «σκεπτικό», ότι δεν πρόκειται για ψευδή βεβαίωση, αλλά για «νομικές πλημμέλειες, εκτιμήσεις και κρίσεις του βουλεύματος που δεν αποτελούν ψευδή βεβαίωση», παρά το ότι η διαπίστωση και η βεβαίωση της ύπαρξης ενός γεγονότος, το οποίο δεν προβάλλεται ως ισχυρισμός του κατηγορουμένου, αλλά προκύπτει ευθέως και χωρίς δυνατότητα σύγχυσης, αμφιβολίας ή αμφισβήτησης από τα έγγραφα της δικογραφίας ΔΕΝ μπορεί να είναι (ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ!!) αντικείμενο κρίσης, εκτίμησης ή αξιολόγησης, αφού τέτοια παραδοχή παραβιάζει τους στοιχειώδεις κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας…

Η παραδοχή της απόφασης, ότι το Βούλευμα περιέχει «νομικές πλημμέλειες» είναι η ουσιαστική αποδοχή της ένστασής μου.

Κι αυτό διότι ο όρος «νομική πλημμέλεια» δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στην ουσία της κρίσης του Βουλεύματος και να δηλώνει ευθέως την διαπίστωση του δικαστηρίου, ότι, πράγματι, το Βούλευμα πάσχει στην σχέση του με τον νόμο, γεγονός που υποχρεώνει το δικαστήριο να αποφανθεί αιτιολογημένα τόσο για την «πλημμέλεια», όσο και για την κατά νόμον αξιολόγησή της.

            Η χρήση, δε, του όρου «νομική πλημμέλεια» δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται από το δικαστήριο της ουσίας (και μάλιστα το Εφετείο…), ως πρόφαση ή, δήθεν, αιτιολογία,  για να παρακάμπτει την δική του απόφαση – κρίση επί τεθέντος από τον κατηγορούμενο νομικού και ουσιαστικού ζητήματος, διότι, έτσι, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 170, παρ. 2 ΚΠΔ (έλλειψη ακρόασης) και καθιστά την απόφαση ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΚΥΡΗ, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι ΟΛΕΣ οι ουσιαστικές και δικονομικές παραβάσεις, από ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ, και αν γίνονται, συνιστούν ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΕΣ, χωρίς αυτός ο νεολογισμός να έχει την νομική ισχύ του… εξορκισμού των παραβάσεων, της απαλλαγής των παραβατών ή της εξαφάνισης των συνεπειών τους…

Άλλωστε και μόνη η απόρριψη της έφεσής μου από το εν λόγω Βούλευμα με την πρόφαση του οψιγενούς των δι’ αυτής υποβληθέντων ισχυρισμών μου συνιστά ΕΥΘΕΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ, όχι μόνον, του άρθρου 274 ΚΠΔ, αλλά και των γενικών αρχών του δικαίου (28 Συντ), αφού, έτσι, το ανακριτικό σύστημα που διέπει την Ποινική Δικονομία, μετατρέπεται σε αποδεικτικό, ώστε ο δικαστής να απέχει από την βασική του υποχρέωση για την ανεύρεση της αλήθειας και να παραβιάζει το καθήκον του (Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 47επ., Παπαδαμάκης Ποινική Δικονομία, σελ. 5 επ, NEUMAN, Αλήθεια και Δικαιοσύνη στην Ποινική Διαδικασία, σελ. 48, NIEMOELLERSCHUPPERT, DIE RECHTSSPRECHUNG DES BUNDESVERFAS SUNGSGERICHTS ZUM STRAFVERFAHRENSREΗΤ, 387 επ, Θ. Δαλακούρας, Επανάληψη της Διαδικασίας, 53 επ.),

Αποτέλεσμα της άνω απόφασης του δικαστηρίου ήταν και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, δεδομένου, ότι στην περίπτωση αυτή ΔΕΝ ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 173 ΚΠΔ, αφού δεν πρόκειται για ακυρότητα του άρθρου 171 ΚΠΔ, αλλά για ποινικό αδίκημα αυτεπάγγελτα διωκόμενο και παράβαση των γενικών αρχών του δικαίου που έχουν υπερνομοθετική ισχύ (28 Συντ.), ώστε να μην συντρέχει μόνον κακοδικία (99 Συντ., Ν. 698/77), αλλά και κατάχρηση εξουσίας (239-Β΄ ΠΚ).

2)        Μετά την απόρριψη της κατ’ άρθρο 338 ΚΠΔ ένστασής μου, κατέθεσα στην έδρα δήλωση έγκλησής μου κατά της σύνθεσης του άνω δικαστηρίου και υπέβαλα, όπως δικαιούμαι, αίτημα για την αναβολή της δίκης (βλ. σελ. 9 της απόφασης) επί του οποίου, όμως, το δικαστήριο ΔΕΝ απεφάνθη, όπως υποχρεούται, ώστε να υπάρχει και γι’ αυτόν τον λόγο ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ της άνω απόφασης (4808/2010) του Ε΄ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 170, παρ. 2 ΚΠΔ.

3)        Αντί της επιβεβλημένης να εκδοθεί άνω απόφασης το δικαστήριο σπεύδει, χωρίς την συμμετοχή του Εισαγγελέα, αλλά χωρίς να ακουσθώ και εγώ, να εκδώσει, κατ’ άρθρο 38 ΚΠΔ, απόφασή του για την διαβίβαση στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών και τον Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου τόσο της υποβληθείσας κατ’ άρθρο 338 ΚΠΔ ένστασής μου, όσο και της κατατεθείσας δήλωσης έγκλησής μου κατά τα ανωτέρω.

Αφού, όμως, το δικαστήριο, όπως είχε δικαίωμα και αρμοδιότητα (κατ’ άρθρο 338, παρ. 3 ΚΠΔ), έκρινε – αποφάσισε ότι η ένστασή μου και οι αιτιάσεις – καταγγελίες που περιέχονται σ’ αυτήν είναι αβάσιμες (βλ. σελ. 5 και 7) και αφού η κατ’ άρθρο 38 ΚΠΔ ενέργεια είναι επιβεβλημένη ΜΟΝΟΝ αν ο δικαστής διαβλέπει, ότι συντρέχει υπόνοια τέλεσης κάποιου αδικήματος (Τριμ. Πλημ. Καβ 123/96, Αρμ. 1997, 412, Μ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠΔ, 73 κ.λ.π.), η έκδοση της απόφασης αυτής, ουσιαστικά και τυπικά, συνιστά:

α) ΑΝΑΚΛΗΣΗ της απορριπτικής προηγούμενης απόφασης επί της κατ’ άρθρο 338 ΚΠΔ ένστασής μου και

β) ΑΠΟΔΟΧΗ της άνω υποβληθείσης ένστασής μου.

Γι’ αυτό το δικαστήριο ΩΦΕΙΛΕ, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 338 ΚΠΔ να ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την εκδίκαση της υπόθεσης, μέχρι να υπάρξει τελεσίδικη απόφαση επί του περιεχομένου της ένστασής μου.

Η, δε, παρά τα ανωτέρω, συνέχιση της δίκης, συνιστά όχι μόνον αυθαιρεσία, λόγω των ακυροτήτων, αλλά και ΚΑΚΟΔΙΚΙΑ (99 Συντ. Ν. 693/77), για την οποία και επιφυλάσσομαι του νόμιμου δικαιώματός μου να εγείρω Αγωγή κατά των υπαιτίων.

4)        Μετά την άνω απόφαση του δικαστηρίου ήταν προφανές ότι η ενώπιόν του διαδικασία δεν είχε καμμία σχέση με ποινική δίκη, αλλά ήταν απλά και μόνον το «αναγκαίο» σκηνικό για την έκδοση της σε βάρος μου καταδικαστικής απόφασης, που καθίστατο, άλλωστε, μονόδρομος για την συγκάλυψη των ευθυνών, πράξεων και παραλείψεων, που είχαν προηγηθεί.

Η μοναδική δική μου νόμιμη αντίδραση δεν ήταν άλλη από την καταγγελία των τεκταινομένων και των υπευθύνων, γι’ αυτό και κατέθεσα έγγραφη δήλωσή μου έγκλησης των μελών της σύνθεσης του δικαστηρίου για παράβαση των άρθρων 239 β΄ και 259 ΠΚ, ελπίζοντας ότι οι εφέτες θα επεδείκνυαν, τουλάχιστον, στοιχειώδη ευαισθησία στην τήρηση των βασικών κανόνων ευπρεπείας και θα ζητούσαν την κατ’ άρθρο 23, παρ. 3 ΚΠΔ αποχή τους, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο κληρωθείς Πρόεδρος του ίδιου δικαστηρίου, σε προηγούμενη δικάσιμό του, Γ. Αναστασάκος, είχε ζητήσει την αποχή του από την εκδίκαση της υπόθεσής μου για τον ίδιο λόγο και είχε γίνει δεκτή από το αρμόδιο συμβούλιο.

Η πίστη και η ελπίδα μου για την ηθική και την αξιοπρέπεια των συγκεκριμένων λειτουργών της θέμιδας αποδείχθηκαν φρούδες, αφού τα μέλη της σύνθεσης του δικαστηρίου απεφάσισαν τη συνέχιση της δίκης και την ολοκλήρωση της «αποστολής» τους με την έκδοση της προειλημμένης καταδικαστικής τους απόφασης σε βάρος μου, γι’ αυτό και κατέθεσα αίτησή μου για την εξαίρεσή τους.

Η… «πρεμούρα», όμως, της PER MARΕ – PER TERRA έκδοσης τής σε βάρος μου καταδικαστικής απόφασης, είχε, κατά πως φαίνεται, διαχυθεί σε όλους τους ορόφους του Εφετείου Αθηνών, γι’ αυτό και η νέα σύνθεση του δικαστηρίου που εκλήθη να αποφασίσει επί της αιτήσεώς μου για την εξαίρεση, αποφάσισε την απόρριψή της χωρίς να με ακούσει καν, παραβιάζοντας και τους κανόνες διαδικασίας των εκτάκτων στρατοδικείων της χούντας !!!

Είναι απολύτως βέβαιο, ότι όλοι οι ανωτέρω δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί ΔΕΝ θα ενεργούσαν, όπως ενήργησαν, αν δεν ήταν βέβαιοι, ότι θα απολαύσουν πλήρη ατιμωρησία από τους ανωτέρους τους…

Σε κάθε περίπτωση, όμως, από τις κατά τα ανωτέρω ενέργειες και αποφάσεις δημιουργήθηκαν και υφίστανται απόλυτες ακυρότητες και συγκεκριμένα:

α) Ο αποκλεισμός του δικαιώματός μου να λάβω το λόγο και να υποστηρίξω την αίτησή μου, κατά παράβαση του άρθρου 369 ΚΠΔ, παραβιάζει τα υπερασπιστικά μου δικαιώματα και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατ’ άρθρο 171, παρ. 1-δ΄ ΚΠΔ.

β) Η απόλυτη ακυρότητα της περί την εξαίρεση απόφασης δημιουργεί και απόλυτη ακυρότητα της όλης διαδικασίας, αφού υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου (171, παρ. 1-α΄ ΚΠΔ).

5)        Επειδή η διαπίστωση της αλήθειας ανάγεται σε αναγκαία προϋπόθεση της δικαιοσύνης, αφού δεν μπορεί να υπάρξει δίκαιη απόφαση χωρίς την έρευνα και την ανεύρεση της αλήθειας, ακόμη και αν αυτή (αλήθεια) είναι, εξ αντικειμένου και κατά συνθήκην, προϊόν των πραγματικών γεγονότων που μπορούν να διαπιστωθούν στην ποινική δίκη (Δέδε, Το αντικείμενο της ποινικής δίκης, 1961, PETERS: FEMLERQUELLEN III, TENCKHOFF, DIE WAHRUNIERSTELLUNG IM STRAFPRZESS, BERLIN 1980, NEUMANN, Αλήθεια και Δικαιοσύνη στην Ποινική Δικονομία, 1998 κ.λ.π.), ο δικαστής οφείλει να προσανατολίζει τον σκοπό των ενεργειών, σκέψεων και αποφάσεών του στην ανεύρεση της αλήθειας κατά την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων και περιστατικών, για να απονείμει δικαιοσύνη κατά την εφαρμογή του δικαίου (EB SCHMIDT, LK Μέρος IRN 471).

Συνεπής στις αρχές αυτές ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας υιοθετεί το ανακριτικό σύστημα και θεσπίζει ειδικά μέτρα, που υποχρεώνουν τον δικαστή να ερευνά και να διαπιστώνει την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, ως προϋπόθεση απονομής της Δικαιοσύνης, όπως π.χ. την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (139), την αρχή της ηθικής απόδειξης (177), την χρήση κάθε είδους αποδεικτικών μέσων (179), την υποχρέωση επιμελούς έρευνας των μέσων υπεράσπισης (274), παρέχει δε στον δικαστή την ευχέρεια της άνευ όρων αναβολής της δίκης προκειμένου να συλλεγούν νέες αποδείξεις που θα του επιτρέψουν την διαπίστωση της αλήθειας (352, παρ. 3) κ.λ.π.

Στην δική μου περίπτωση, όμως, τόσο στην προδικασία, όσο και στην κύρια διαδικασία, που κατέληξε στην έκδοση της υπ’ αριθμόν 4808/2010 καταδικαστικής απόφασης, η ΑΛΗΘΕΙΑ όχι μόνον δεν ήταν το ζητούμενο αλλά ήταν, μονίμως, το ΜΗ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ, αφού θα κατέληγε στην αθώωσή μου, που έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί…

Ειδικώτερα:

            α) Αν και κατήγγειλα ήδη από την ανάκρισή μου ότι ο μηνυτής μου είχε υπεξάγει το σύνολο των εγγράφων από τον φάκελο που τηρούσα στο Γραφείο μου, ΟΥΔΕΙΣ (ανακριτής, συμβούλια κ.λ.π.) προέβη στην διαδικασία του άρθρου 38 ΚΠΔ, παρά το ότι η υπεξαγωγή εγγράφων, είναι έγκλημα διωκόμενο αυτεπάγγελτα (222 ΠΚ).

            β) Αν και ως κρατούμενος δεν έχω την δυνατότητα και την ευχέρεια να βρω τα έγγραφα που αποδεικνύουν την δική μου αθωότητα από το Πρωτοδικείο της Κω, το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Ρόδου, το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας και το Πρωτοδικείο Αθηνών, τα οποία αναφέρω συγκεκριμένα και σαφώς προσδιορισμένα στις αιτήσεις κ.λ.π., που υπάρχουν στην δικογραφία και αναφέρονται στην απόφαση, ΟΥΤΕ ο Εισαγγελέας φυλακών Κορυδαλλού μου χορήγησε την κατ’ άρθρο 57, Ν. 2776/99 άδεια για να μεταβώ προς συγκέντρωσή τους, ΟΥΤΕ το δικαστήριο ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης για να προσκομισθούν κατ’ εντολή του, όπως έχει δικαίωμα, αλλά και δέσμευση από το άρθρο 352, παρ. 3 ΚΠΔ, αφού ο κατ’ άρθρο 340 ΚΠΔ διορισμένος συνήγορός μου, δεν μπορούσε να κάνει κάτι, δεδομένου του διορισμού του μόνον για την παράστασή του στο δικαστήριο, όπως, ρητά, ορίζει η άνω διάταξη.

            Αφού, δε, μ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίσθηκε η δική μου αδυναμία, να προσκομίσω τα συγκεκριμένα αυτά έγγραφα η άνω υπ’ αριθμόν 4808/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (στη σελίδα 31) ΑΠΕΡΡΙΨΕ τους σχετικούς με τα έγγραφα αυτά ισχυρισμούς μου ως αβασίμους και… ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΟΥΣ !!!

Στην συνέχεια, δε, το δικαστήριο, συνεπές με την εξ’ αρχής πρόθεσή του, απέρριψε, χωρίς αιτιολογία (σελ. 33) και τους εγγράφως υποβληθέντες σ’ αυτό αυτοτελείς ισχυρισμούς μου…

Είναι προφανές, όμως, ότι οι συγκεκριμένες, άνω, διατάξεις της σε βάρος μου καταδικαστικής απόφασης είναι αντίθετες όχι μόνον με τις αναφερθείσες, ήδη, διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά και, κυρίως, με την διάταξη του άρθρου 6, παρ. 3-β’  της ΕΣΔΑ, με την οποία αναγνωρίζεται ως υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου η παροχή σ’ αυτόν του αναγκαίου χρόνου και ευκολίας προετοιμασίας της υπεράσπισής του, η οποία (διάταξη),  έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 Συντ., ώστε να επέρχεται ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ από την παραβίασή της (Α.Π. 1085/2010, ΝοΒ 59, σελ. 141), και το αποτέλεσμα είναι η ανυπαρξία δίκαιης δίκης…

6)        Από τα περιεχόμενα στην σελίδα 26 της άνω υπ’ αριθμόν 4808/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι υπάρχουν και δύο (2) επί πλέον απόλυτες ακυρότητες, από τις οποίες η μεν πρώτη συνίσταται στην έλλειψη ακρόασής μου (170, παρ. 2 ΚΠΔ) και η δεύτερη στην συμμετοχή του Εισαγγελέα στη διαδικασία (171, παρ. 1-β΄ ΚΠΔ) και ειδικότερα:

Μετά την αγόρευση του διορισμένου συνηγόρου μου ο Πρόεδρος του δικαστηρίου έδωσε τον λόγο σε μένα, για να τον αφαιρέσει μετά από λίγο με το επιχείρημα ότι σχολιάζω την εισαγγελική αγόρευση και επαναλαμβάνω την απολογία μου.

Κατά της διάταξης – απόφασης αυτής της Προέδρου του δικαστηρίου προσέφυγα στο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την άποψη της Προέδρου και μου αφαίρεσε οριστικά τον λόγο.

Από το περιεχόμενο, όμως, των πρακτικών της απόφασης (σελ. 16) του δικαστηρίου:

α) ΔΕΝ προκύπτει το περιεχόμενο της δικής μου αγόρευσης για να μπορεί να ελεγχθεί αν, πράγματι, επαναλαμβάνω όσα ανέπτυξα στην απολογία μου, με συνέπεια και αποτέλεσμα να συντρέχει έλλειψη ακρόασής μου και, εξ αυτής, απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 170, παρ. 2 ΚΠΔ και

β) Το δικαστήριο αποφάσισε επί της προσφυγής μου ΧΩΡΙΣ να δώσει τον λόγο ούτε στον Εισαγγελέα, ούτε σε μένα, κατά πως υποχρεούται, αφού η συμμετοχή του Εισαγγελέα είναι επιβεβλημένη και στην περίπτωση της προσφυγής αυτής (ΑΠ 416/1961, ΠοινΧρ ΙΓ΄, σελ. 151 και πάγια νμλγ του), ώστε να υφίσταται και εδώ απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171, παρ. 1-β΄ ΚΠΔ.

Και στην συγκεκριμένη περίπτωση δικαιούμαι να πιστεύω, ότι προτιμήθηκε και επελέγη η απόλυτη ακυρότητα μόνον για να μην ακουσθούν (και γραφούν…) βασικοί και ουσιώδεις υπερασπιστικοί ισχυρισμοί, που θα δυσκόλευαν στην διατύπωση της  καταδικαστικής απόφασης.

Αυτό ενισχύεται και από το «αιτιολογικό» της απόφασης, όπου οι παραλογισμοί και οι νομικές ακροβασίες χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα, όχι για να αποδείξουν ή να πείσουν, αλλά αποκλειστικά και μόνον ως αναγκαίος και κατ’ επίφαση όρος της άκριτης κρίσης των δικαστών, οι οποίοι διαστρέφουν ακόμη και όσα ο μηνυτής μου κατέθεσε ενώπιόν τους, αλλά και επικαλούνται «γεγονότα» που δεν προκύπτουν και δεν αποδεικνύονται από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία ούτε και αυτός ο ίδιος ο μηνυτής μου επικαλείται, τις αντιφάσεις, δε, του οποίου ούτε αξιολογεί, ούτε επισημαίνει, με αποτέλεσμα να ευτελίζεται η αρχή της ηθικής απόδειξης (177 ΚΠΔ), υπό το πρόσχημα της οποίας η καταδικαστική απόφαση καταλήγει σε παραδοχές και συμπεράσματα χωρίς ειρμό και έρεισμα…

Επειδή, όμως, σε κάθε περίπτωση η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης είναι από τα στοιχεία της ποινικής δίκης, που εύκολα χαρακτηρίζονται ως «ανέλεγκτη κρίση» του δικαστηρίου, η όποια περαιτέρω ανάλυσή της  περιττεύει, αφού, ως συνέχεια των απολύτως ακύρων προηγουμένων πράξεων και ενεργειών του δικαστηρίου, είναι και αυτή απολύτως άκυρη, σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθρου 175 ΚΠΔ. 

Η διάταξη αυτή συνεπάγεται και την απόλυτη ακυρότητα του διατακτικού της άνω καταδικαστικής απόφασης, αλλά και της εκτέλεσης της ποινής που μου επιβλήθηκε.

Με την από 21/3/2011 αίτησή μου για την αναστολή της εκτέλεσης της υπ’ αριθμόν 4808/2010 απόφασης του Ε΄ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δεν επικαλούμαι, μόνον, τις άκυρες επιμέρους αποφάσεις και ενέργειες του δικαστηρίου, αλλά (βλ. σελ. 3) σημειώνω αυτό που γνωρίζω και εμπειρικά βιώνω, τόσο επαγγελματικά, όσο και προσωπικά, ότι, δηλαδή τα μέλη της σύνθεσης του άνω δικαστηρίου, ενήργησαν όπως ενήργησαν, όντως απολύτως βέβαιοι, ότι θα «απολαύσουν», πλήρη ατιμωρησία υπό τους ανωτέρους τους…

Πριν, ακόμη, στεγνώσει το μελάνι στην παραπάνω Αίτησή μου, η πρόβλεψή μου αυτή επιβεβαιώθηκε ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ με την έκδοση της υπ’ αριθμόν 12/4-4-2011 Διάταξης, του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου – Εμμανουήλ Παπαδάκη, ο οποίος μελετώντας, υποτίθεται, την άνω υπ’ αριθμόν 4808/2010 απόφαση και την όλη δικογραφία, όπως, τουλάχιστον, ο ίδιος βεβαιώνει στην διάταξή του, ΔΕΝ ΔΙΕΠΙΣΤΩΣΕ ΟΥΤΕ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ, ΟΥΤΕ ΑΝΤΙΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ενέργειες των μελών της σύνθεσης του άνω δικαστηρίου, αλλά και του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην έκδοση του υπ’ αριθμ. 2407/02 Βουλεύματος!

Το μόνο που διεπίστωσε ο εν λόγω Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου είναι η δική μου «διαστροφή» να υποβάλλω ψευδείς μηνύσεις κατά «ακεραίων και αμερόληπτων» δικαστών, γι’ αυτό και διαβιβάζει το… ενδελεχέστατο πόρισμά του στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, ώστε να μου ασκηθεί ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή!!!

Κι όλ’ αυτά χωρίς να διεξάγει προκαταρκτική εξέταση, όπως υποχρεώνει ρητά η διάταξη της παρ. 4, του άρθρου 29 ΚΠΔ!

Κατά του ανωτέρω υπέβαλα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 12/4/2011 Μηνυτήρια Αναφορά μου, ζητώντας όχι μόνον την ποινική και πειθαρχική δίωξή του, αλλά και ανάκληση της υπ’ αριθμόν 12/2011 Διάταξής του.

Παρ’ όλ’ αυτά, όμως, δημιουργείται, με την Διάταξη αυτή, το αναγκαίο προσχηματικό – τυπικό δεδικασμένο, ώστε να προεξοφλείται η βέβαιη απόρριψη της από 21/3/2011 Αίτησής μου για την αναστολή εκτέλεσης της σε βάρος μου καταδικαστικής απόφασης…

Κι αυτό διότι ο ανωτέρω Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην εν λόγω διάταξή του (βλ. διατακτικό, σελ 7) έσπευσε να αποφανθεί, ότι δεν διεπίστωσε παρανομία και ευθύνη των μελών της σύνθεσης του Ε΄ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 4628 Α-4808/2010 απόφασή του, επί του απορριπτικού σκέλους της που αφορά όχι μόνον τη ρηθείσα κατ’ άρθρο 338 ΚΠΔ ένστασή μου, αλλά ΟΛΕΣ τις υποβληθείσες και απορριφθείσες ενστάσεις μου (!!!), χωρίς, φυσικά, να έχει το δικαίωμα και την αρμοδιότητα να αποφανθεί γι’ αυτές…

Όπως ήταν, από μένα, τουλάχιστον, αναμενόμενο, η από 21/3/2011 άνω Αίτησή μου, για την αναστολή εκτέλεσης της υπ’ αριθμόν 4808/10 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε «πανηγυρικά» με την υπ’ αριθμόν 1533/11 απόφαση του Δικαστηρίου σας, που δημοσιεύθηκε την 16/5/2011.

Επειδή, παρά την άνω απορριπτική απόφαση, η απόφαση αυτή (4808/10) εξακολουθεί να πάσχει από απόλυτες ακυρότητες, ώστε η κρίση του δικαστηρίου να είναι, ουσιαστικά και τυπικά, προϊόν κακοδικίας, που ΔΕΝ μπορεί να θεραπευθεί παρά μόνον με απόφαση του ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 Συντ., στο οποίο θα προσφύγω με Αγωγή μου μετά την τελεσιδικία της υπόθεσης και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, όπως άλλωστε, ορίζει ρητά ο Νόμος 693/77.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 497, παρ. 8, εδ. β΄ ΚΠΔ (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 27, Ν. 3904/2010) το δικαστήριο υποχρεούται να χορηγήσει αναστολή εκτέλεσης της καταδικαστικής απόφασης αν η έκτιση της ποινής θα έχει ως συνέπεια την υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη του καταδικασθέντος ή της οικογενείας του.

Επειδή, η έκτιση ποινής, που βασίζεται σε μία απόφαση που πάσχει οφθαλμοφανώς στην νομική βασιμότητά της συνιστά υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη, καθώς τα χρόνια που μένει κανείς στη φυλακή ΑΔΙΚΑ, ούτε γυρίζουν πίσω, ούτε οι ευκαιρίες που χάνει στη ζωή του ο καταδικασμένος και η οικογένειά του ξαναπαρουσιάζονται (Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις Έννοιες της ποινικής δίκης. Δαλακούρα, Η πρόσφατη τροποποίηση του ΚΠΔ, Ποιν. Χρ. 1991, 398 επ, Μαργαρίτη, Ποινική Δικονομία – Ένδικα Μέσα, 273 επ, του ίδιου, Οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις του Ν. 2172/93, Υπερ 1994, 488, του ιδίου, Οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις του Ν. 2408/96,  Υπερ 1997, 517, του ιδίου, Εμβάθυνση στην Ποινική Δικονομία, 751 επ, Παπαχαραλάμπους, Υπερ 1994, 317, Πεπόνη, Η αναστολή εκτελέσεως εκκληθείσης πρωτοβαθμίου αποφάσεως, ΠοινΔικ 2005, 603 Σεβαστίδη, Τροποποιήσεις του Ν. 3160/03, 338, Σταθέα, Ερμηνεία Ν. 1941/93, 164, Συλίκου, Ερμηνευτικές παρατηρήσεις στον θεσμό αναστολής εκτελέσεως της εκκαλουμένης απόφασης επί κακουργημάτων, Υπερ. 1992, 1431, Συμεωνίδη, Το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης, 250 επ, Τσεβά, Προβλήματα εφαρμογής του Δικαίου, Ποιν. Χρ. 1986, 863 επ, ΑΠ 1337/87, ΠοινΧρ 88, 99, ΑΠ 2/89, ΠοινΧρ 89, 633, ΑΠ 1500/90, ΝοΒ 91, 607. ΑΠ 983/91 ΝοΒ 93, 542, ΕφΘεσ. 465/92, Υπερ 94, 316, Εφ. Ιωανν. 13/98, ΠοινΔικ 99,55, Εφ. Ιωανν. 17/98, ΠοινΔικ 99, 113, Εφ. Πατρ. 159/98 ΠοινΔικ 2000, 850, Εφ. Θεσ. 219/98, ΠοινΔικ 99, 704,  Εφ Πατρ 634-636/98, ΠοινΔικ, 98, 34 (όπου παρατηρήσεις Συλίκου), ΕφΘεσ  202/99 ΠοινΔικ 99, 461, ΕφΠατρ 219/99, ΠοινΔικ 2000, 849, Εφ Κερκ 99/98 ΠοινΔικ 99, 834, ΕφΠατρ 163/99 ΠοινΔικ 99, 580 κ.λ.π.).

Επειδή, πέραν των ανωτέρω, όλες οι θεωρίες που πραγματεύονται, αναλύουν και προσδιορίζουν τον σκοπό της ποινικής δίκης, συμφωνούν στην αποδοχή, ότι οι «δικονομικές εγγυήσεις»  της ποινικής διαδικασίας δεν είναι μόνον τα αναγκαία «εργαλεία» για την απονομή της δικαιοσύνης, αλά και τα ασφαλή κριτήρια διαπίστωσης της ορθότητας της δικανικής κρίσης, δηλαδή, της δικαστικής απόφασης, ώστε να είναι κοινός τόπος το συμπέρασμα, ότι οι δικονομικές παραβάσεις (ακυρότητες) οδηγούν ΠΑΝΤΟΤΕ στην αλλοίωση της ουσιαστικής κρίσης και παράγουν ΑΔΙΚΙΑ, με αποτέλεσμα και συνέπεια την ανασφάλεια δικαίου, την υπονόμευση της δικαιικής ειρήνης και τον ευτελισμό της απονομής της δικαιοσύνης, ώστε να καθίσταται επιτακτική η ανάγκη της αποκατάστασής τους, που επιτυγχάνεται τόσο με τα ένδικα μέσα (τακτικά και οιονεί), όσο και με τις θεσπισμένες έκτακτες διαδικασίες, κοινός παρανομαστής των οποίων είναι τόσο η επίτευξη ορθής και δίκαιης κρίσης, όσο και η ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ των εσφαλμένων (ακύρων και αδίκων) δικαστικών αποφάσεων, διότι μόνον έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί και να δικαιωθεί στην συνείδηση της κοινωνίας και του πολίτη ο ρόλος και ο σκοπός ύπαρξης των δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών, ως θεμέλιο της κοινωνικής και πολιτικής δημοκρατίας (PETERS, FEHLERQUELLEN IM STRAFPROZESS ΙΙΙ, DEME, ZUR REFORM DER WIEDERAUFNAHME DES STRAFVERFAHRENS, 1979, Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, Καλαμαρής. Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας κατά το άρθρο 20 Συντ., του ιδίου, ΔΙΚΗ 13 (1982), σελ. 624, Σταματόπουλος, Η δικονομική αναδρομή των νέων ουσιαστικών και ερμηνευτικών λόγων, Λ. Μαργαρίτη, Ένδικα Μέσα Ι, 3η έκδοση 2005, BELING, DEUTSCHES BEIHEFT ZUR ZSTW 1974, NEUMAN, Αλήθεια και Δικαιοσύνη στην ποινική διαδικασία, Τσουκαλά, Ερμηνεία Ποινικής Δικονομίας Τ. Α΄ , 1943 κ.λ.π.).

Επειδή σε τέτοιες περιπτώσεις η κριτική των δικαστικών λειτουργών, που εκδίδουν αποφάσεις σαν κι αυτήν (4808/2010) δεν είναι δικαίωμα, αλλά ΚΑΘΗΚΟΝ, όχι μόνον των αδικουμένων πολιτών, αλλά, κυρίως, των δικαστικών λειτουργών, αφού με αποφάσεις σαν κι αυτήν δεν προσβάλλεται μόνον η δικαιοσύνη ως θεσμός, αλλά και οι λειτουργοί της, ώστε να επιβεβαιώνεται, για μία, ακόμη φορά η διαπίστωση του Εμμ. Ροΐδη, ότι «ουδόλως υβρίζει την θρησκείαν (σ.σ. στην προκειμένη περίπτωση: την δικαιοσύνην), ο χλευάζων τας πράξεις, δι’ ών ατιμάζουσιν αυτήν οι λειτουργοί της».

Επειδή δεν γνωρίζω το περιεχόμενο και την αιτιολογία της υπ’ αριθμόν 1533/2011 απόφασης του δικαστηρίου σας που απόρριψε την από 21/3/2011 Αίτησή μου και, γι’ αυτό, επιφυλάσσομαι να την σχολιάσω με υπόμνημά μου, ή ενώπιον του δικαστηρίου Σας.

Επειδή κατ’ άρθρο 502, παρ. 4 ΚΠΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ΥΠΟΧΡΕΟΥΤΑΙ να εξετάζει και να ερευνά την ύπαρξη τυχόν ακυροτήτων στην πρωτόδικη απόφαση, απ’ αυτές που αναφέρονται στα άρθρα 170 και 171 ΚΠΔ, δηλαδή καθιστούν την πρωτόδικη απόφαση ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΚΥΡΗ η, δε, αρμοδιότητα – υποχρέωση αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι αυτονόητο ότι υφίσταται ΚΑΙ στην περίπτωση της κατ’ άρθρο 497, παρ. 7 εξέτασης της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, αφού η δικαστική αρχή είναι ΕΝΙΑΙΑ, πλην, όμως, η τυχόν ακύρωσή της, κατά την άνω διάταξη (502, παρ. 4 ΚΠΔ) δεν μπορεί παρά να γίνει κατά την εκδίκαση της Έφεσης για να αντικατασταθεί, λόγω δεδικασμένου, από την επί της ουσίας απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. 

Επειδή, όμως, η ακύρωση της άνω απόφασης, κατά την εκδίκαση της έφεσής μου για τους τρεις πρώτους λόγους, ΔΕΝ θα επιτρέψει στο δικαστήριο σας να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αλλά θα το υποχρεώσει να διαβιβάσει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα για την εισαγωγή της και πάλι στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο θα πρέπει να αποφασίσει ξανά, για την κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος Έφεσή μου και να κρίνει αν πρέπει να παραπεμφθώ ή μη, για να δικαστώ, δεδομένου, ότι, η κατ’ άρθρο 321 παρ. 2 ΚΠΔ, το παραπεμπτικό βούλευμα επέχει θέση κλητηρίου θεσπίσματος ( Α.Π. 2415/2003, Ποιν. Χρ. Ν.Δ. 900, Α.Π. 1717/2006, Ποιν. Δ. 2007, 392, κλπ.)

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

ΑΙΤΟΥΜΑΙ

Να γίνει δεκτή η παρούσα ως νόμιμη και βάσιμη.

Να αναγνωρισθεί κατ’ άρθρο 502, παρ. 4 ΚΠΔ ότι η εκκαλουμένη απόφαση είναι απολύτως άκυρη για τους αναφερομένους στο ιστορικό της παρούσης λόγους.

Να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της υπ’ αριθμόν 4808/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών μέχρι την έκδοση απόφασης επί  της κατ’ αυτής Έφεσής μου από το δικαστήριό σας.

Να συνταχθεί η κατ’ άρθρο 38 ΚΠΔ έκθεση και να αποσταλεί αρμοδίως για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά των μελών της σύνθεσης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την άνω απόφαση και της Εισαγγελέως της έδρας, αλλά και κατά των μελών της σύνθεσης (και του Εισαγγελέα) που εκδίκασε και απέρριψε την αίτησή μου για εξαίρεση των ανωτέρω για παράβαση των άρθρων 137 Α, παρ. 2, 239-β΄και 259 του Ποινικού Κώδικα.







ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Θα επανέλθουμε μετά την έκδοση της απόφασης του                    Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών επί της Αίτησης Αναστολής

1 σχόλιο: